αποσκοπώ


αποσκοπώ
[апосиопо] р. умалчивать, не договаривать,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αποσκοπώ" в других словарях:

  • αποσκοπώ — βλ. πίν. 73 (μόνο στον ενεστ. και παρατατ.) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • αποσκοπώ — (ΑΜ ἀποσκοπῶ, έω, Α κ. σκοπεύω κ. σκοπιάζω) έχω κάποιο σκοπό, αποβλέπω σε κάτι, προτίθεμαι μσν. ἀποσκοπούμαι είμαι θεατός από απόσταση αρχ. 1. αποστρέφω το βλέμμα μου από κάποιο σημείο και κοιτάζω σταθερά αλλού 2. βλέπω, παρατηρώ 3. προσέχω,… …   Dictionary of Greek

  • αποσκοπώ — [алоскопо] р. иметь целью …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αποσκοπώ — (μόνο στον ενεστ. και πρτ.), αποβλέπω σε κάτι: Δεν μπορώ να καταλάβω σε τι αποσκοπούν οι προτάσεις του αυτές …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀποσκοπῶ — ἀποσκοπέω look away from pres subj act 1st sg (attic epic doric) ἀποσκοπέω look away from pres ind act 1st sg (attic epic doric aeolic) ἀποσκοπέω look away from pres subj act 1st sg (attic epic doric) ἀποσκοπέω look away from pres ind act 1st sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποσκόπῳ — ἀπόσκοπος erring from the mark masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αποσκοπεύω — αποσκοπώ …   Dictionary of Greek

  • αφορώ — (AM ἀφορῶ, άω, Α και ἀπορέω, ιων. τ.) μσν. νεοελλ. αναφέρομαι σε κάποιον, έχω σχέση με κάποιον ή κάτι αρχ. 1. αποβλέπω, αποσκοπώ 2. βλέπω προσεκτικά 3. αγναντεύω 4. συγκρίνω 5. υπακούω. [ΕΤΥΜΟΛ. < αφ (< απο ) + ορώ ( άω) Το ρ. αφορώ απαντά… …   Dictionary of Greek

  • ισλαμισμός — Μονοθεϊστική θρησκεία την οποία ίδρυσε ο Μωάμεθ (570 632) κατά το πρώτο μισό του 7ου αι. μ.Χ. Από την ίδια ρίζα παράγεται και η λέξη μουσουλμάνος (μούσλιμ = αυτός που παραδίνεται στο θέλημα του Θεού και κατ’ επέκταση ο οπαδός του ι.). Ο ι.… …   Dictionary of Greek

  • ξαμώνω — (Μ ξαμώνω και ἐξαμώνω και ἀξαμώνω) 1. σηκώνω το χέρι για να χτυπήσω κάποιον («κι απόκει τρέχ απάνω ντου με τ αγριωμένο χέρι, κι εξάμωσε να τού βαρεί ς τσί κεφαλής τα μέρη», Ερωτόκρ.) 2. ορμώ, επιτίθεμαι 3. υπολογίζω το μέγεθος, το βάρος, τη… …   Dictionary of Greek